Judas Priest - Painkiller

Judas Priest - Painkiller

Η δεκαετία του 1980 δεν έκλεισε και με τον καλύτερο τρόπο για τους Judas Priest, ύστερα από το αμφιλεγόμενο "Turbo" (1986) και το μέτριο "Ram it down" (1988). Το συγκρότημα έπρεπε να αποδείξει ότι ακόμα ηγείτο της μεταλλικής μουσικής σκηνής, κάτι που τελικά κατάφερε να το πράξει, με την κυκλοφορία του από κάθε άποψη πάρα πολύ καλού "Painkiller". Κατά τη γνώμη μου, εκείνο που κάνει τον συγκεκριμένο δίσκο να ρίχνει ανελέητα σκόνη στον προκάτοχό του, δεν είναι απλά το επίπεδο των συνθέσεων, αλλά, πολύ περισσότερο, η ίδια η παραγωγή, που εδώ διαθέτει το απαραίτητο εκτόπισμα, δίχως, όμως, να χαρακτηρίζεται από τα φτηνά κόλπα και τις λοιπές υστερίες του "Ram it down".

\r\n\r\n

Επίσης, το "Painkiller" είναι ο πρώτος δίσκος των Priest όπου κάνει την εμφάνισή του ο νέος drummer Scott Travis, που αντικατέστησε τον Dave Holland με τον πλέον αξιοθαύμαστο τρόπο. Στ’ αλήθεια, δεν θα ήταν υπερβολή να λέγαμε ότι η μισή αξία του "Painkiller" (τουλάχιστον!) έγκειται στο απηνές παίξιμο του Travis, που ισοπεδώνει ό,τι βρίσκει στο διάβα του με την οργίλη δικασιά του. Περιττεύει, άλλωστε, να σημειώσουμε ότι η εισαγωγή του ομώνυμου κομματιού αποτελεί μία από τις πιο αναγνωρίσιμες στιγμές στην ιστορία του μεταλλικού κινήματος - και δεν υπερβάλλω καθόλου. 

\r\n\r\n

Τι συμβαίνει από συνθετικής σκοπιάς στο "Painkiller"; Επιτέλους, ακούμε αυτό ακριβώς που περιμένουμε από τα μεγαθήρια του heavy metal: Δύναμη και έμπνευση, αμφότερες δυναμικά παρούσες στα "Painkiller", "A touch of evil" και "Night crawler", τρεις συνθέσεις που συγκαταλέγονται χαλαρά στα αριστουργήματα του σκληρού ήχου. Από εκεί και πέρα, ο δίσκος περιέχει μία πλειάδα από πολύ αξιόλογες συνθέσεις, οι οποίες, ωστόσο, δεν στέκουν, κατ’ εμέ, στο ίδιο (απλησίαστο, είναι η αλήθεια) επίπεδο με τα τρία προαναφερθέντα κομμάτια. Οι συνθέσεις αυτές είναι οι ακόλουθες: "Hell patrol", "All guns blazing", "Leather rebel" και "One shot at glory" (μαζί με την ατμοσφαιρική εισαγωγή του "Battle hymn"). Τη λίστα συμπληρώνουν τα απλά συμπαθητικά "Metal meltdown" και "Between the hammer and the anvil". Συνολικά, πάντως, το "Painkiller" κρίνεται άνετα ως ό,τι καλύτερο είχαν βγάλει οι Priest μετά το "Defenders of the faith".

\r\n\r\n

Στα δυσάρεστα τώρα, ο τραγουδιστής της μπάντας, Rob Halford, αποχώρησε ευθύς μετά το τέλος της περιοδείας του δίσκου, κυρίως επειδή δεν τα πολυπήγαινε καλά με τα άλλα μέλη, αλλά και επειδή λαχταρούσε να ακολουθήσει νέες μουσικές κατευθύνσεις, οι οποίες, για την ιστορία, δεν ήταν αντάξιες του ταλέντου του. Από τη μεριά τους, οι εναπομείναντες Priest θα βρουν τον αντικαταστάτη του Halford σε έναν νεαρό Αμερικάνο με εκπληκτική φωνή, τον Tim Owens, και μαζί του θα κυκλοφορήσουν δύο δίσκους. Αλλά αυτή είναι μία άλλη ιστορία. Ας κλείσουμε, επαναλαβάνοντας ότι το "Painkiller" είναι ένας αξιολογότατος δίσκος, που περιέχει τρία υπεραριστουργήματα, καθώς και αρκετές ακόμα πολύ καλές συνθέσεις. Οπωσδήποτε πρόκειται για ένα από τα κομψοτεχνήματα των Judas Priest.

\r\n\r\n

 

\r\n\r\n

Κων/νος Χρυσόγελος
\r\n 

\r\n

Copyright 2020. All Right Reserved.