Judas Priest - Sin after sin

Judas Priest - Sin after sin

Μετά το μαγικά πλασμένο "Sad wings of destiny" (1976), θα περίμενε κανείς ακόμα ένα αριστούργημα από τη μπάντα-θηρίο που ακούει στο όνομα Judas Priest. Παραδοσιακά, και για λόγους που οφείλω να ομολογήσω προκαταρκτικά ότι δεν κατανοώ, το "Sin after sin", τρίτη κατά σειρά κυκλοφορία του σχήματος, θεωρείται ως μέτρια στιγμή, ή τουλάχιστον ως η χειρότερη από τα υπερκλασικά album που κυκλοφόρησε στο διάστημα 1976-1979. Μπορούμε να το ξεκαθαρίσουμε ευθύς εξ αρχής, για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις, και κατόπιν να εξετάσουμε τους πιθανούς λόγους που τρέφουν τέτοιου είδους αντιλήψεις: Το "Sin after sin" είναι όχι μόνο δισκάρα, αλλά και ο πιο heavy δίσκος που είχε κυκλοφορήσει μέχρι τότε στην υφήλιο - άντε, το πολύ πολύ να εξαιρέσουμε το "Master of reality" των Sabs.

\r\n\r\n

Γιατί τότε υποτιμάται τόσο; Τα δύο πιο συνηθισμένα επιχειρήματα είναι τα εξής: 1) Η παραγωγή του Roger Glover, μπασίστα των Deep Puprle, κινείται σε πανάθλια επίπεδα και αδικεί τις καλές στιγμές. 2) Υπάρχει αρκετό filler. Ως προς το πρώτο, δεν θα διαφωνήσω κάθετα, απλά θα υποστηρίξω ότι, κατά πάσα πιθανότητα, το ίδιο το συγκρότημα ήθελε να δώσει όγκο και επιθετικότητα στο υλικό του, δύο χαρακτηριστικά που, κακά τα ψέματα, δεν τα διέθετε στον βαθμό που θα μπορούσε το "Sad wings". Ένα πιθανό σενάριο που έχω πλάσει στο μυαλό μου, λοιπόν, είναι το ακόλουθο: Οι Priest λένε στον Glover να τους αναβαθμίσει τον ήχο και ο δεύτερος, καθαρά πειραματιζόμενος και μην κατανοώντας τι ακριβώς έψαχνε η μπάντα, τα έκανε ψιλο-μαντάρα, οικοδομώντας ένα ηχητικό κτίσμα που διακρίνεται από θολούρα και ασάφεια. Μα πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά; Θυμηθείτε, είμαστε ακόμα στο 1977 και ακούμε υλικό που θέλει να προοιωνιστεί (και πολλές φορές το κατορθώνει) το μέλλον. Πράγματι, ακούγοντας κανείς σήμερα (γράφω στα 2014) συνθέσεις σαν το "Sinner", το "Starbreaker" και το "Dissident aggressor" (ειδικά το τελευταίο), δεν μπορεί παρά να εκπλαγεί. "1977;", θα αναρωτηθεί. "Στ’ αλήθεια; Όχι 1981;". 

\r\n\r\n

Πάμε τώρα και στο δεύτερο επιχείρημα, ότι δηλαδή οι κορυφαίες στιγμές δεν επαρκούν για να μεταμορφώσουν τον δίσκο σε κλασικό. Κατ’ αρχάς, ας ξεκινήσουμε από τα αυτονόητα: Τα "Sinner", "Starbreaker" και "Dissident Aggressor" συγκαταλέγονται στα αιώνια και αγέραστα κομψοτεχνήματα των Priest. Και η διασκευή στο "Diamonds and rust" της Joan Baez αποτελεί αφ’ εαυτής μουσικό σεμινάριο. Ως εδώ καλά. Τι γίνεται με τα υπόλοιπα κομμάτια; Προσωπικά, πιστεύω ότι άδικα τα έχει καλύψει το πέπλο της λησμονιάς τα "Let us prey / Call for the priest" και "Raw deal", δύο αρκούντως heavy στιγμές με πολύ καλά riff, που στέκουν ένα μόλις "τσικ" πιο κάτω από τα έπη του δίσκου. Μήπως, όμως, όλα τα κομμάτια του "British steel" ή του "Screaming for vengeance" είναι αριστουργήματα; Ειδικά το "Let us prey" μπορεί να ιδωθεί ως η πολύ πρώτη προσπάθεια στην ιστορία του είδους για σύνθεση speed metal κομματιού, με εντυπωσιακά αποτελέσματα -εντάξει, ενδεχομένως να ήθελε ένα μικρό κουρεματάκι στα κουπλέ-, κυρίως στο βασικό riff και την πωρωτική δισολιά του τέλους, που θυμίζει Maiden στα καλύτερά τους.

\r\n\r\n

Το album περιέχει και δύο μπαλάντες: "Last rose of the summer", που στ’ αφτιά μου ακούγεται απλά συμπαθητική και "Here come the tears" που βγάζει πολύ δυνατά συναισθήματα, κυρίως χάρη στη συγκλονιστική ερμηνεία του Halford. Χωρίς να είναι κακές στιγμές, ίσως να διασπούν κάπως τη συνοχή του δίσκου, δίχως πάντως και να ενοχλούν.

\r\n\r\n

Πριν κλείσουμε, πρέπει να αποδώσουμε τα εύσημα στον αφανή ήρωα του δίσκου, τον νεαρότατο, τότε, drummer Simon Phillips, που κυριολεκτικά σπάει ό,τι βρίσκει στο διάβα του, παραδίδοντας μαθήματα πάθους και σωστής τεχνικής. Δυστυχώς, ο Phillips δεν παρέμεινε στους Priest, αν και θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο αντικαταστάτης του (Les Binks) ήταν ο καλύτερος δυνατός.

\r\n\r\n

Συνοψίζοντας, το "Sin after sin" είναι ένας πολύ καλός δίσκος, ίσως μάλιστα ο πιο heavy δίσκος της δεκαετίας του ’70. Η μέτρια παραγωγή του, αλλά και η ατυχία να βρίσκεται "συμπιεσμένος" μεταξύ του "Sad wings" και του επίσης υπερ-υπερκλασικού "Stained class", του έχουν αφαιρέσει μέρος από την αξία του. Αν δεν το έχετε ακούσει, ιδού η ευκαιρία. Δεν θα απογοητευτείτε. 

\r\n\r\n

Κων/νος Χρυσόγελος

\r\n

Copyright 2020. All Right Reserved.