KISS - Destroyer

Kiss - Detroit Rock City

KISS - Destroyer

Ένα πράγμα που δεν θα καταλάβω ποτέ είναι γιατί οι Kiss της λεγόμενης "χρυσής περιόδου" (1974-1978) θεωρούνται ως πρωτοπόροι του heavy metal. Στα δικά μου αφτιά, η μπογιατισμένη νεοϋορκέζικη μπάντα στα 70s έπαιζε, εκτός λίγων εξαιρέσεων, ένα ενδιαφέρον hard blues ιδίωμα που χρωστούσε πολλά στους Rolling Stones, αλλά και στη glam rock σκηνή της Αμερικής, στην οποία τότε δέσποζαν οι New York Dolls. Επίσης, σαφείς αναφορές διακρίνει κανείς και στην μπάντα του Alice Cooper, που ομοίως επιδιδόταν σε ένα επιτυχημένο πάντρεμα των blues με το hard rock. Ωστόσο, όπως συνέβαινε στους δεύτερους πριν το 1975, έτος κατά το οποίο ο Alice "ανεξαρτητοποιήθηκε", έτσι και στους Kiss των πρώτων τριών albums ("Kiss", "Hotter than hell" και "Dressed to kill" ) πάντα νιώθω ότι η παραγωγή είναι καπως αναιμική και "άδεια".

\r\n\r\n

Όπως και να ’χει το πράγμα, για τον τέταρτο δίσκο τους, που ακολούθησε το πολύ επιτυχημένο "Alive" (1975), οι Kiss συνεργάζονται με τον γνωστό παραγωγό Bob Ezrin (αρχιτέκτονα του "The wall" των Floyd, τρία με τέσσερα χρόνια μετά), κι εδώ είναι που η υπόθεση αρχίζει να γίνεται ενδιαφέρουσα. Ως γνωστόν, ο Ezrin ήταν από εκείνους τους παραγωγούς που προσπάθησαν να προσδώσουν μία θεατρική, συχνά μάλιστα επικοτραγική, χροιά στο αμερικανικό ροκ. Ο Ezrin το κατόρθωσε περίφημα αυτό, με το "Welcome to my nightmare" του Alice Cooper, που κυκλοφόρησε το 1975. Τόσο υπερήφανος πρέπει να ήταν με το αποτέλεσμα, που προσπάθησε να εφαρμόσει την ίδια μέθοδο και στο "Destroyer" των Kiss, μόνο που υπήρχε μία σημαντική διαφορά: Ο Alice ήταν γεννημένος θεατρίνος, ενώ οι Kiss απλά υμνούσαν τις παραδοσιακές αξίες του μέσου Αμερικάνου ροκά: πιοτί, γκόμενες και rock n’ roll.

\r\n\r\n

Για να μην πολυλογήσω, θα πω χωρίς περιστροφές ότι το "Destroyer" ακούγεται κάπως αστείο σε σημεία. Εντάξει, ο Ezrin έδιωξε ως έναν βαθμό τον "κούφο" ήχο των πρώτων δίσκων της μπάντας (αν και στο "King of the night time world" ήθελε πολύ περισσότερο όγκο, γιατί οι κιθάρες ίσα που ακούγονται, ενώ η φωνή του Stanley ξεκουφαίνει), αλλά όταν ακούς το "Great expectations", όπου ο Simmons σφάζει τη γάτα και τ’ αφτιά μας, συνοδεία από χορωδίες και καμπανάκια, δεν μπορείς παρά να χαμογελάσεις. Το ίδιο περίπου αποτέλεσμα διακρίνω στο "Beth", μόνο που εδώ ο "εγκληματίας" είναι ο Peter Criss, που παίζει με τις αντοχές του ακροατή - παραδόξως, η σύνθεση έγινε τεράστιο hit. Αλλού πάντως το πείραμα λειτουργεί: Ο Stanley, ούτως ή άλλως πολύ καλύτερος τραγουδιστής από όλους τους υπόλοιπους, ερμηνεύει ωραία το "Flaming youth", που εμένα τουλάχιστον μου θυμίζει πάρα πολύ το "Department of youth" του Alice - μέχρι κι οι τίτλοι σχεδόν ταυτίζονται.

\r\n\r\n

Αυτονόητα, εκεί που λειτουργεί καλύτερα το "Destroyer" είναι στα τραγούδια που υμνούν τις απλές αξίες του ροκ: το "God of thunder", αν και πάσχει λίγο στην παραγωγή, υποβάλλει τον ακροατή, το "Detroit rock city", ό,τι καλύτερο έχουν βγάλει ποτέ οι Kiss κατά τη γνώμη μου, αφορά τον χαμό ενός οπαδού της μπάντας καθώς οδηγούσε για να πάει σε μία συναυλία τους, και το "Shout it out loud" προσκαλεί όποιον ενδιαφέρεται σε ένα δίχως τελειωμό πάρτι. Στις καλές στιγμές επίσης θα έβαζα το προαναφερθέν "Flaming youth", αλλά και το "Do you love me".

\r\n\r\n

Κλείνοντας, θα ήθελα να θίξω ένα διαχρονικό πρόβλημα των δίσκων της μπάντας: Τη διάρκεια. Τα albums των Kiss συνήθως διά της βίας ξεπερνούσαν τη μισή ώρα, και το "Destroyer" δεν αποτελεί εξαίρεση: Με 34 λεπτά, δύο εκ των οποίων αναλίσκονται στην υπερβολικά μακροσκελή εισαγωγή του "Detroit rock city" και άλλο ενάμιση στο άκυρο hidden track, που δεν καταλαβαίνω τι εξυπηρετεί, ο ακροατής παίρνει ακριβώς μισή ώρα μουσικής, κάπως λίγη για δίσκο μεγάλης μπάντας, ακόμα και τα δεδομένα των 70’s. Αλλά τέλος πάντων, στην εποχή των MP-3 και των i-Phones, αυτά λίγη σημασία έχουν. Οπότε ας μείνουμε στο ότι το "Destoyer", με τα όποια ελαττώματά του, είναι μία καλή στιγμή για τους Kiss.

\r\n\r\n

Κων/νος Χρυσόγελος

\r\n\r\n

\r\n 

\r\n

Copyright 2020. All Right Reserved.