Manowar - Hail to England

Manowar - Blood Of My Enemies

Manowar - Hail to England

\r\n

\r\n

\r\n\r\n

Δεν θα κάνω τον κόπο να μπω στη μεγάλη συζήτηση γιατί οι Manowar κατέληξαν όπως κατέληξαν, αντίθετα θα μετατρέψω αυτή την κριτική σε καθαρό έπαινο του καλύτερου κατ’ εμέ επικού heavy metal δίσκου που έχω ακούσει. Και πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς όταν έχεις ένα συγκρότημα με τέσσερις τρελαμένους νέους ανθρώπους που διαθέτουν περίσσευμα σε δύναμη, έμπνευση και ενέργεια; Όταν ο τραγουδιστής σου (Eric Adams) είναι ό,τι καλύτερο έχει συμβεί στον σκληρό ήχο της χρυσής δεκαετίας του ’80 (ο μοναδικός "ανταγωνιστής" του ήταν ο Geoff Tate), ο μπασίστας σου (Joey DeMaio) έχει συνθετική φλέβα και γράφει μόνο αριστουργήματα, και ο κιθαρίστας σου (Ross The Boss) είναι γεννημένος ηγέτης;

\r\n\r\n

Απομακρυνόμενοι ταυτόχρονα από το hard rock του "Battle hymns" (1982) και το αργόσυρτο πάτημα του "Into glory ride" (1983), οι Manowar βρίσκουν ακριβώς τον ήχο τους συνδυάζοντας την ταχύτητα με τον ηρωισμό, τον ρυθμό του καλπασμού με το ύψος της επικής ποίησης. Άνθρωπος κλειδί σε αυτή την εξέλιξη ο μακαρίτης Scott Columbus, που καθιερώνει τα γεμάτα, στεντόρεια τύμπανα, που είχε φέρει μαζί του όταν πρωτόπαιξε στο "Into glory ride". Σαν τα κομμάτια, λοιπόν, ενός παζλ, οι τέσσερις μουσικοί δένουν με τον καλύτερο τρόπο και δίχως περιττούς πειραματισμούς παραδίδουν την καλύτερη μουσική που έχουν δημιουργήσει ποτέ.

\r\n\r\n

Πριν προχωρήσω στο κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πρέπει να τελειώνω με το μικρό παράπονό μου σε σχέση με τη διάρκεια του δίσκου, που ίσα που ξεπερνά τη μισή ώρα, αν βγάλουμε -όπως αρμόζει- το "πιο-γέμισμα-πεθαίνεις" "Black arrows" - δυστυχώς αντίστοιχα κομμάτια βρίσκουμε και στα "Battle hymns" και "Sign of the hammer". Κατ’ αυτό τον τρόπο, το "Hail to England", με τα μόλις έξι "κανονικά" κομμάτια του, δίνει περισσότερο την εντύπωση ενός mini-LP ή ενός EP, παρά ενός full length album. Αλλά ας κάνουμε τα στραβά μάτια, αφού και οι έξι συνθέσεις είναι πραγματικά υπεράνω κριτικής.

\r\n\r\n

Τι ακριβώς θέλετε να σχολιάσω; Το εισαγωγικό "Blood of my enemies", που πιστοποιεί ότι ο Eric Adams ήταν το πιο ξεχωριστό λαρύγγι του σκληρού ήχου; Το βαρύ σαν ιστορία "Each dawn I die", τον απόλυτο επικό ύμνο; Το απλούστατο, αλλά κατά έναν μαγικό τρόπο ασυναγώνιστο, "Kill with power", που σαρώνει ό,τι βρίσκει μπροστά του; Το "Hail to England" με το κολλητικό σαν ιό refrain του; Το "Army of immortals", τον φόρο τιμής της μπάντας στους οπαδούς της, ένα τραγούδι με φοβερό riff, καταπληκτικό solo και ακόμη μία εκπληκτική ερμηνεία από τον Adams; Ή μήπως το πιο κλασικό κι απ’ τον Αισχύλο "Bridge of death", που για πολλούς αποτελεί την καλύτερη στιγμή των Γιάνκηδων; Για εσάς που δεν το ξέρετε, προσοχή στο ανατρίχιασμα που προκαλεί η γέφυρα του άσματος (ας μην πιάσω πάλι τους παιάνες για τον Adams), γιατί αν δεν είστε προετοιμασμένοι μπορεί και να μείνετε στον τόπο.

\r\n\r\n

Αυτά λοιπόν: Έξι κομψοτεχνήματα, γεμάτα πάθος, έλεος και φόβο, που καταλήγουν στην των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν. Οι Manowar βρίσκονταν έτσι στην κορυφή του βουνού, όπου θα παρέμεναν για όλο το 1984, αφού στα σκαριά ήταν και το "Sign of the hammer". Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι όταν έχεις αγγίξει νωρίς τα ουράνια δεν υπάρχει άλλη οδός από εκείνη της καθόδου.

\r\n\r\n

Κων/νος Χρυσόγελος

\r\n\r\n

 

\r\n\r\n

 

\r\n

Copyright 2021. All Right Reserved.