Tygers Of Pan Tang - Spellbound

Tygers Of Pan Tang - Spellbound

 

\r\n\r\n

Δεν ξέρω αν το N.W.O.B.H.M. πρέπει να θεωρείται μουσικό κίνημα, είδος ή οτιδήποτε άλλο τέλοσπαντων, το θέμα είναι ότι έχουν κυκλοφορήσει κάποια ηχητικά μνημεία κάτω από το βάρος των παραπάνω αρχικών γραμμάτων. Οι Tygers Of Pan Tang είναι μια από τις μακροβιότερες μπάντες της σειράς του, αν και δεν θα έλεγα και από τις πιο επιτυχημένες (εντάξει, στην Ιαπωνία ακόμα κόβουν φλέβα γι αυτούς). Οι πρώτοι τους δίσκοι είναι πάντως εξαιρετικοί. Στο ’’Spellbound’’ η ομάδα αλλάζει αρκετά σε σχέση με το ντεμπούτο τους. Αλλαγή τραγουδιστή. Βγες Jess Cox , μπες John Deverill. Επίσης προσθήκη δεύτερου κιθαρίστα για πιο δυναμικό και μεστό ήχο από τα μαγικά δάκτυλα του John Sykes που επίσης μεγαλούργησε στις σκληρές εποχές των Thin Lizzy (λέγε με Thunder and Lightning). Βέβαια ο ήλιος γύρω από τους T.O.P.T. είναι ο κιθαρίστας Robb Weir που θα πρεπε να παίρνει τα περισσότερα έυσημα.

\r\n\r\n

 

\r\n\r\n

Στο ’’Spellbound’’ δεν θα ακούσεις περίτεχνες συνθέσεις με δύσκολο παίξιμο και έυθραστες μουσικές στρώσεις. Θα ακούσεις απλοική μουσική που περιφρονεί το πομπώδες και το πολυποίκιλο αλλά είναι χορτάτο με τσαγανό και όρεξη. Εξάλλου στις αρχές της δεκαετίες, λίγες μπάντες έπαιζαν πολύ σκληρό metal και οι περισσότερες επιρροές των Tygers προέρχονται από τέτοιες μπάντες. Η φυσική μουσική συνέχεια σε πιο σκληρά μονοπάτια για αυτούς που αγάπησαν Blue Oyster Cult, Whitesnake, Magnum,Judas Priest και Black Sabbath και πλέον αρέσκονταν σε νέες μπάντες όπως Saxon, Iron Maiden,Praying Mantis, Angelwitch κτλ. Πάντως η προσθήκη του Sykes έφερε ένα πιο τεχνικό τόνο στον ήχο τους σε σχέση με το ντεμπούττο τους. Άμεσος ήχος που χτυπά κατευθείαν κόκαλο, επαναλαμβανόμενα ρεφραίν (και γενικότερα λίγους στίχους), πιασάρικες μελωδίες, σολαρίσματα που θα τάραζαν ανεπανόρθωτα τα μυαλιά πολλών νέων της εποχής (και όχι μόνο της τότε). Οι δυο κιθαρίστες συχνά αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο με όπλα ανυπέρβλητες μελωδίες που εξακοντίζονται στον ακροατή. Το ρυθμικό κομμάτι δουλέυει σαν δοκός υποστήλωσης στην ριφοθάλασσα αλλά παραμένει σε δευτερέυουσα θέση που δεν τολμά. Η φωνή του Deverill ακούγεται τσαμπουκαλίδικη και έχει την δυνατότητα να μετατοπίζεται και να μεταλλάσσεται ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε τραγουδιού. Για του λόγου του αληθές, συγκρίνετε ένα επιθετικό τραγούδι σαν το ’’Gangland’’ με μια μπαλάντα σαν το ’’Mirror’’. Άλλη φωνή λέμε. Κάποια πλήκτρα από τον Μέγιστο παραγωγό, Chris Tsangarides, ακούγονται στα ’’Mirror’’ και ’’Dont Stop By’’. Σαφέστατα,ο ήχος είναι πολύ καθαρός και δυναμικός για την εποχή του και ιδιαίτερη βάση έχει δοθεί στις κιθάρες, τους ηγεμόνες αυτού του δίσκου.

\r\n\r\n

 

\r\n\r\n

Στα 10 τραγούδια του δίσκου δύσκολα θα βρεις κάποιο να σε απογοητεύσει εκτός από το (λιγότερο από) μισό λεπτό που ’’κοστίζει’’ το ορχηστικό τους. Κατά τα άλλα, οι περιχαρείς μελωδίες του ’’Silver and Gold’’ σε κερδίζουν με την μια, τα ’’Gangland’’ και ’’Tyger Bay’’ σε στέλνoυν στις επάλξεις της ηχητικής επίθεσης τους σε αντίθεση με το ’’Mirror’’ που σου βγάζει πιο ευγενικά συναισθήματα. Τα ’’Hellbound’’ και ’’Blackjack’’ μου φέρνουν στο μυαλό ένα Iron Maiden attitude των 2 πρώτων τους δίσκων και γενικότερα τον αέρα που είχαν όλα τα N.W.O.B.H.M. ενώ το ’’The Story So Far’’ γίνεται όσο πιο Thin Lizzy μπορείς να φανταστείς. Κάποιος θα το σφύριξε στον Phil (Lynott) και θα του έβαλε να το ακούσει. Μετά δεν θα είχει επιλογή από το να τον πάρει στην μπάντα του. Αγαπημένο τραγούδι (για ακόμα μια φορά) το τελευταίο τραγούδι ’’Don’t Stop By’’ με ένα ναζιάρικο τόνο, με αγέρωχα φωνητικά που περιφρονούν την σκληράδα καθώς οι κιθάρες χρεμετίζουν σαν αφηνιασμένα άλογα στα σολαρίσματα ενώ τα απότομα κοψίματα με τα ατμοσφαιρικά πλήκτρα και οι ερωτοαπογοητευμένοι στίχοι συμπληρώνουν το παζλ μιας ολοκληρωμένης σύνθεσης.

\r\n\r\n

 

\r\n\r\n

\r\n

Copyright 2020. All Right Reserved.