Marillion - Misplaced Childhood

Marillion – Misplaced Childhood

ΠΡΕΠΕΙ να γράψω για τους Marillion. Όχι μόνο γιατί είναι μια από τις πιο επιτυχημένες prog rock μπάντες, εμπορικά και καλλιτεχνικά, αλλά επειδή είναι και απο τις αγαπημένες μπάντες της συζύγου μου. Και γιατί να μην είναι; Πήραν τα καλύτερα στοιχεία του prog rock των 70ς (ιδιαίτερα των Genesis), κράτησαν το συναισθηματισμό και τον λυρισμό, καυτηρίασαν τις άκρες της υπερβολής του είδους, το έντυσαν με πανέξυπνους και γήινους στίχους, πρόσθεσαν στοιχεία από άλλα είδη του παρελθόντος αλλά και του τότε παρόντος και μας παρέδωσαν θεόσταλτη μουσική. Μιλάμε για ένα συγκρότημα που υπάρχει από το έτος γέννησης μου (1979) και ακόμα δισκογραφούν και περιοδεύουν, όχι μόνο κρατώντας περήφανα τη σημαία των Marillion αλλά ανεβάζοντας τον πήχη σε θεόρατα για άλλες μπάντες ύψη. Με ένα πολύ απλό και λαθεμένο τρόπο, θα μπορούσαμε να χωρίσουμε την ιστορία των Marillion σε δυο εποχές, αυτήν με τραγουδιστή τον ψηλό Σκοτζέζο Fish και αυτή με τον Steve Hogarth που συνεχίζουν μέχρι σήμερα. Και ακόμα και αν οι δίσκοι με τον Fish είναι αυτοί που τους έκαναν γνωστούς με χιτάκια που έμειναν κλασσικά, η συνέχεια με τον Hogarth είναι ισάξια καλλιτεχνικης αξίας, ίσως και περισσότερο. Οι Βρεττανοί Marillion έφεραν ξανά το prog rock στον κόσμο, μιας και στα τέλη των 70ς το είδος θεωρούνταν παρωχημένο, υπερβολικο και βαρετό με το Punk και το Heavy Metal να κερδίζουν έδαφος. Το νέο (neo) ηχητικό φαινόμενοαπό το Aylesbury κυκλοφόρησε το ‘’Script For A Jester’s Tear’’ και σάρωσε τα πάντα, καλλιτεχνικά και εμπορικά. Ελαφρώς πιο βατό και λιγότερο περίτεχνο (μα πάντοτε εκπληκτικό) το δεύτερο τους άλμοιυμ ‘’Fugazi’’ και το πρώτο με τον νέο ντράμερ τους Ian Mosley. Τρίτο βήμα και φαρμακερό, το εμπορικότατο ‘’Misplaced Childhood’’ με τραγούδια που θα τους χαρίσουν μια θέση στο πάνθεον ενώ και η συνέχεια με το ‘’Clutching At Straws’’ ήταν εξίσου ανάλογη και θριαμβευτική. Δυστυχώς το 1988 αποχωρεί λόγω προσωπικών διαφορών με τον Steve Rothery αλλά και θέματα υγείας και αργότερα ξεκινά σόλο καριέρα ενώ οι Marillion συνέχισαν με τον Hogarth χαρίζοντας μας δισκάρες. Ακούστε οπωσδήποτε και το τελευταίο τους, η έμπνευση είναι μια σταθερά στην εξίσωση των Marillion.

Αν στο heavy metal εχουμε συνδέσει στο μυαλό μας κάποια τραγούδια δυναμίτες με την εισαγωγή τους όπως για παράδειγμα τα Hellion/Electric Eye, κάτι αντίστοιχο συνέβη και με τους Marillion το 1985. To "Pseudo Silk Kimono" πάντοτε θα ταιριάζει και θα μας προετοιμάζει για το ύψιστο ‘’ "Kayleigh’’.  Βαριά ατμόσφαιρα από πλήκτρα και η φωνή του Fish που μας εξιστορεί/αφηγείται/προετοιμάζει για την ψυχική εξιλέωση που θα ακολουθήσει, και για τον ίδιο αλλά και για εμάς τους ακροατές. Το ‘’Misplaced Childhood’’στιχουργικά βασίζεται αρκετά σε προσωπικές εμπειρίες του ίδιου, έμπνευση από ένα περιστατικό που του συνέβη μικρός κάτω από την επήρρεια LSD (;;;). Το "Kayleigh’’ χαρακτηρίζεται από γλυκιές μελωδίες που εξορμούν εκ των έσω από όλα τα μέλη της μπάντας. Κιθαριστική πανδαισία, ψυχική αποσυναρμολόγηση από τη φωνή, πληκτροφόρο χαράτι που χαρίζει ξεγνοισιά. Όξυνση των αισθήσεων με ήχους που τρυπώνουν βαθιά μέσα σου αμετακίνητοι μέχρι το τέλος του κόσμου. Έντεχνες αρμονίες, παραδίδουν εντολές που συμμερίζεσαι χωρίς αναστολές. Το ‘’Lavender’’ συνεχίζει σθεναρά το ερωτικό του παράγγελμα αλλά αυτή τη φορά το (grand) πιάνο πρωταγωνιστεί σε σχέση με την κιθάρα. Η χαρακτηριστική φωνητική μελωδία του Lavender’s Blue (Dilly Dilly) ακούγεται και από τον Fish μόνο που για πρώτη φορά την ακούμε τόσο παθιασμένη και δυναμική. To λαιψηρό,ράθυμο μα περιποιημένο σολάρισμα κλέβει καρδιές και σε αφήνει με το σιαγόνι ορθάνοιχτο.

Κάθε Prog Rock συγκρότημα που σέβεται τον εαυτό του έχει και μια επική σύνθεση. Το ‘’Bitter Suite’’(όπως και το ‘’ Blind Curve’’ στη συνέχεια), χωρισμένο σε πέντε μέρη, προσεγγίζει μια πιο πομπώδης ενορχήστρωση δημιουργώντας πολύμορφες μουσικές ιδέες που αποτυπώνονται ενδελεχώς ανάμεσα στις νότες που επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν. Ηχητικές ακροβασίες που δεν κουράζουν μιας και απλώνονται με στοργική μελωδία πάνω στην τεχνική. Σημαντικός σε αυτή την αποτύπωση πρέπει να θεωρηθεί και ο παραγωγός του συγκεκριμένου δίσκου Chris Kimsey.

Μπορεί η μουσική των Marillion να δίνεται με ένα όμορφο, σαγηνευτικό τρόπο χάρη στην αγγελική φωνή του Fish και το πιάνο του Mark Kelly αλλά είναι ξεκάθαρο ότι οι μαγικές χορδές του Rothery έκαναν τη διαφορά. Ξεσπάθωνε όποτε έπρεπε για να ταιριάξει με το όλο στιχουργικό concept, δημιουργούσε όλη τη δύναμη και την εικόνα της μπάντας, ξεκλείδωνε κάθε μελωδία που θα χρησιμοποιούσαν οι άλλοι.  Κάτι ανάλογο συνέβαινε με το ρυθμικό ντουέτο των Trewavas/Mosley. Ποιος ξεχνάει το μπάσιμο του Heart of Lothian τα πρώτα δευτερόλεπτα. Σκεφτείτε το με μεγαλύτερους ενισχυτές και φανταστείτε τι παλμικό σεισμό θα δημιουργούσε σε κάθε συναυλία. Εθιστικός δίσκος σε όλη τη διάρκεια του, σε τονώνει σαν ακροατή αλλά πάνω από όλα σαν άνθρωπο. Και τέτοιες μουσικές ξεριζώνουν αρνητικά συναισθήματα και αφήνουν μια πραότητα. Αν θέλεις ρηχές και απλοικές, επαναλαμβανόμενες μουσικές, ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΕ. Εδώ έχουμε ένα ηχητικό καμβά με πολλά χρώματα, σαν το τρομερό εξώφυλλο του Mark Wilkinson.

 

 

Copyright 2024. All Right Reserved.